Ωστόσο, πριν θεωρηθεί «μαγική μέθοδος», είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τι πραγματικά είναι. Η διαλειμματική νηστεία δεν καθορίζει τι τρόφιμα θα καταναλώσει κάποιος, αλλά πότε θα τα καταναλώσει.
Τα πιο συνηθισμένα μοντέλα είναι το 16:8, όπου το φαγητό περιορίζεται σε ένα χρονικό παράθυρο οκτώ ωρών την ημέρα, και το 5:2, όπου δύο ημέρες την εβδομάδα η πρόσληψη τροφής είναι πολύ περιορισμένη.
Σύμφωνα με τη Δρ. Τρίσα Πασρίτσα, παθολόγο στο Beth Israel Deaconess Medical Center και καθηγήτρια Ιατρικής στο Χάρβαρντ, η διαλειμματική νηστεία μπορεί πράγματι να βοηθήσει στην απώλεια βάρους τους πρώτους μήνες. Όμως αυτό το αποτέλεσμα δεν φαίνεται να συντηρείται εύκολα σε βάθος χρόνου. Όπως εξηγεί η Πασρίτσα, όταν το άτομο σταματήσει τη νηστεία και επιστρέψει σε φυσιολογικά ωράρια γευμάτων, το βάρος συνήθως επανέρχεται.
Γιατί ξαναπαίρνουμε βάρος όταν σταματάμε τη διαλειμματική νηστεία
Ο λόγος δεν είναι μεταβολικός, αλλά πρακτικός. Η διαλειμματική νηστεία απαιτεί αυστηρό πρόγραμμα. Το σταθερό ωράριο φαγητού συχνά δεν ταιριάζει με την εργασία, τις κοινωνικές υποχρεώσεις ή το άγχος της καθημερινότητας. Όταν ένα διατροφικό σχήμα είναι πολύ περιοριστικό, οι περισσότεροι δυσκολεύονται να το τηρήσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Έτσι, όταν εγκαταλείπεται, επανέρχονται παλιές διατροφικές συνήθειες και μαζί τους και τα κιλά.
Η ίδια επισημαίνει επίσης ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν σαφείς αποδείξεις από μελέτες σε ανθρώπους πως η διαλειμματική νηστεία μειώνει τον κίνδυνο καρδιοπάθειας, καρκίνου ή αυξάνει τη διάρκεια ζωής. Τα περισσότερα στοιχεία αφορούν βραχυπρόθεσμες αλλαγές στο βάρος και όχι μακροχρόνια οφέλη στην υγεία.
Οι επιστημονικές έρευνες δείχνουν ότι το αδυνάτισμα που παρατηρείται με τη διαλειμματική νηστεία οφείλεται κυρίως στο ότι οι άνθρωποι τρώνε συνολικά λιγότερες θερμίδες και όχι σε κάποιο ιδιαίτερο πλεονέκτημα της νηστείας αυτής καθαυτής. Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο JAMA Internal Medicine έδειξε ότι το μοντέλο 16:8 δεν ήταν πιο αποτελεσματικό από μια ισορροπημένη διατροφή με κανονικά γεύματα:
Αντίστοιχα, ανασκόπηση στο New England Journal of Medicine καταλήγει ότι τα πιθανά οφέλη της διαλειμματικής νηστείας δεν υπερτερούν ξεκάθαρα άλλων βιώσιμων διατροφικών προσεγγίσεων:
Αντί για αυστηρή νηστεία, η Δρ. Πασρίτσα προτείνει πιο ρεαλιστικές αλλαγές που μπορούν να διατηρηθούν στο χρόνο:
- Να καταναλώνεται πρωινό μέσα στην πρώτη ώρα από το ξύπνημα, με έμφαση στην πρωτεΐνη και τις φυτικές ίνες, αποφεύγοντας γλυκά δημητριακά και αρτοσκευάσματα.
- Να ολοκληρώνεται το τελευταίο γεύμα δύο έως τρεις ώρες πριν τον ύπνο, καθώς το φαγητό αργά το βράδυ επηρεάζει αρνητικά τον τρόπο με τον οποίο το σώμα καίει θερμίδες και αποθηκεύει λίπος.
Το βασικό μήνυμα, σύμφωνα με την ίδια, είναι ότι μεγαλύτερη σημασία έχει η ποιότητα της διατροφής και όχι αποκλειστικά το ωράριο. Μια διατροφή με περιορισμο στα υπερ-επεξεργασμένα και πλούσια σε φρούτα, λαχανικά, όσπρια, δημητριακά ολικής άλεσης, ξηρούς καρπούς και σπόρους, έχει υπερ της τα ισχυρότερα επιστημονικά δεδομένα.