Στο e-report.net παρεχουμε Ειδήσεις και σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων.

Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών. Μπορείτε να κάνετε κλικ για να συναινέσετε στην επεξεργασία από εμάς και τους συνεργάτες μας όπως περιγράφεται παραπάνω. Εναλλακτικά, μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε πιο λεπτομερείς πληροφορίες και να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας πριν συναινέσετε ή να αρνηθείτε να συναινέσετε. Λάβετε υπόψη ότι κάποια επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων ενδέχεται να μην απαιτεί τη συγκατάθεσή σας, αλλά έχετε το δικαίωμα να αρνηθείτε αυτήν την επεξεργασία. Οι προτιμήσεις σας θα ισχύουν μόνο για αυτόν τον ιστότοπο. Μπορείτε πάντα να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο ή επισκεπτόμενοι την πολιτική απορρήτου μας.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας.Δες περισσότερα εδώ.
Πολιτισμός

Η βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη από το 1941-1944

Από τον 19ο αιώνα, πάγιος στόχος της Βουλγαρίας ήταν η έξοδος στο Αιγαίο. Αυτό έγινε προσωρινά με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, όμως με τη Συνθήκη του Βερολίνου (1881), το γιγάντιο βουλγαρικό κράτος περιορίστηκε.

Η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη είχαν περάσει άλλες δυο φορές σε βουλγαρικά «χέρια» (1913 και 1916-1918). Η τρίτη (1941-44) ίσως ήταν και η πιο οδυνηρή. Φυσικά, η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη δεν καταλήφθηκαν ποτέ από τους Βούλγαρους, αλλά από τους Γερμανούς.

Αυτοί «προσκάλεσαν» τους βόρειους γείτονές μας, συμμάχους τους το 1941 να στείλουν στρατεύματα στην Ελλάδα. Επρόκειτο για ένα είδος αστυνόμευσης με «χαρακτήρα προσωρινό».

Οι οριστικές αποφάσεις θα λαμβάνονταν μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Βούλγαροι όμως, όχι απλά συμπεριφέρθηκαν σαν βάρβαροι κατακτητές, αλλά επιχείρησαν να αλλοιώσουν δημογραφικά τις περιοχές που τους παραχωρήθηκαν, με την εκδίωξη Ελλήνων και την εγκατάσταση σε αυτές Βουλγάρων εποίκων.

Οι βουλγαρικές δυνάμεις εισήλθαν στην Ελλάδα στις 20-21/4/1941. Τα γερμανικά στρατεύματα αποχώρησαν από Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, από τις 5 ως τις 15 Μαΐου 1941. Η κυβέρνηση Τσουδερού διέκοψε τις διπλωματικές της σχέσεις με τη Βουλγαρία στις 23/4/1941.

Την επομένη, οι Βούλγαροι κήρυξαν τον πόλεμο στην Ελλάδα. Η χώρα μας κήρυξε τον πόλεμο στη Βουλγαρία στις 11/6/1941 ενώ με ακόμα μεγαλύτερη καθυστέρηση, στις 2/7/1941 ο πρέσβης στο Λονδίνο Γ. Σιμόπουλος δήλωσε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Βουλγαρία.

Η κυβέρνηση Τσουδερού προσπάθησε, αλλά η Μ. Βρετανία δεν κήρυξε τον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας, η οποία όμως κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της στις 13/12/1941!

Ο Διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ), Αντιστράτηγος Κ. Μπακόπουλος διαμαρτυρήθηκε για τη βουλγαρική εισβολή, ενώ ζήτησε και πέτυχε, όλοι οι Έλληνες αξιωματικοί να μεταφερθούν δυτικά του Στρυμόνα, σε περιοχές που κατείχαν οι Γερμανοί.

Τελικά, όσοι αξιωματικοί είχαν μείνει στην ελληνική κατεχόμενη περιοχή από τους Βούλγαρους, αφέθηκαν ελεύθεροι το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαΐου 1941. Το όριο, δυτικά, για την περιοχή που κατείχαν οι Βούλγαροι ήταν ο ποταμός Στρυμόνας.

Οι Τούρκοι ζήτησαν από τους Γερμανούς να μην παραδώσουν την παραμεθόρια περιοχή του Έβρου στους Βούλγαρους. Αυτό έγινε.Το τμήμα του νομού Έβρου, ανατολικά του Απαλού μέχρι τα σύνορα του Έβρου και προς βορρά μέχρι το Ορμένιο (2.800 τ.χλμ περίπου) παρέμεινε υπό γερμανική κατοχή.

Ο στρατιωτικός Διοικητής Ταγματάρχης φον Κλάιστ και ο κατοχικός νομάρχης εγκαταστάθηκαν στο Διδυμότειχο. Η Ανατολική Μακεδονία, με τη Θάσο και η υπόλοιπη Θράκη, με τη Σαμοθράκη (έκταση 14.168 τ.χλμ) προσαρτήθηκαν με επίσημη πράξη από τη Βουλγαρία στις 14 Μαΐου 1941.

Η ενέργεια αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το Διεθνές Δίκαιο, καθώς έπρεπε να έχει προηγηθεί Συνθήκη Ειρήνης που προβλέπει την παράδοση ή μεταβίβαση ορισμένου εδάφους σε συγκεκριμένο κράτος.

Και η Γερμανία όμως δεν έδειχνε καθόλου πρόθυμη να παραχωρήσει εδάφη στη Βουλγαρία, γι' αυτό είχε την εποπτεία στις πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές υποθέσεις. Οι Γερμανοί πήραν για αντάλλαγμα από την, κατά τα άλλα ουδέτερη, Τουρκία χρώμιο και άλλα μεταλλεύματα, που τους βοήθησαν ιδιαίτερα στο να παρατείνουν τον πόλεμο…

Οι Βούλγαροι στην κατεχόμενη Ανατολική Μακεδονία - Θράκη

Περιοδεία κλιμακίου 7 υπουργών στη Δυτ. Μακεδονία – Σύσκεψη με φορείς

Ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Βόρις, όταν επισκέφτηκε τη Δράμα είπε: «Ουδέν έχει να φοβηθεί ο ελληνικός πληθυσμός διότι η ζωή και η περιουσία του θα παραμείνουν απολύτως σεβαστές στους Βουλγάρους». Τα ίδια δήλωσε περίπου και ο Διοικητής της 1ης Βουλγαρικής Στρατιάς Λουκόφ. Τίποτα όμως από αυτά δεν τηρήθηκε.

Οι Βούλγαροι έθεσαν σαν στόχο τον ξεριζωμό του ελληνισμού και τον εκβουλγαρισμό Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Οι περιοχές αυτές διαιρέθηκαν σε 11 επαρχίες: Αλεξανδρούπολης, Κομοτηνής, Ξάνθης, Δράμας, Καβάλας, Θάσου, Χρυσούπολης, Ελευθερούπολης, Σερρών, Νέας Ζίχνης και Σιδηροκάστρου.

Για να πετύχουν τους σκοπούς τους, οι Βούλγαροι έπληξαν την Εκκλησία, την Παιδεία, τη Γλώσσα, τη Διοίκηση και την Οικονομία.

Ο Αμερικανός Γενικός Πρόξενος στην Κωνσταντινούπολη το 1942 Σ. Χόνακερ γράφει: «...Η Βουλγαρία επιχείρησε να αναμορφώσει την περιοχή, κατά τα δικά της μέτρα. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε μέχρι σήμερα (το 1942 δηλαδή) για να επιτύχει τον στόχο της είναι πασίγνωστες: σφαγές, αναγκαστικοί μαζικοί εκτοπισμοί, κτηνώδη αντίποινα».

Οι Βούλγαροι εθνικιστές ίδρυσαν στη Σόφια την οργάνωση ΟΧΡΑΝΑ (ονομασία της παλαιάς τσαρικής Αστυνομίας), που έδρασε κατά τα πρότυπα των κομιτατζήδων το 1904. Ξεκινώντας από τη Διοίκηση, δημιουργήθηκε η

Γενική Διοίκηση Αιγαίου (ή Μπελομόριε), με έδρα την Ξάνθη, που ενσωματώθηκε στην 4η Περιφέρεια του βουλγαρικού κράτους, μαζί με τη Στάρα Ζαγόρα και τη Φιλιππούπολη. Διοικητές διετέλεσαν οι Κοζουχάροφ και μετά την εξέγερση της Δράμας, το φθινόπωρο του 1941 ο Χ. Γκέρτσικοφ. Τον διαδέχθηκε ως την απελευθέρωση ο Στέφαν Κλέτσκοφ. Αργότερα, αυτός παραδόθηκε από τους Βούλγαρους στην Ελλάδα, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε.

Ας δούμε μερικά από τα μέτρα που έλαβαν στη Διοίκηση οι Βούλγαροι: εκδίωξαν όλους τους Έλληνες δημοσίους υπαλλήλους και διατήρησαν μόνο την Ελληνική Χωροφυλακή για να βοηθά τους Βούλγαρους όπου αυτοί δεν επαρκούσαν. Μοναδική γλώσσα της Διοίκησης ήταν πλέον η βουλγαρική. Τρεις Μεραρχίες αναπτύχθηκαν από τις Σέρρες ως την Αλεξανδρούπολη. Όλα τα σπίτια υποχρεώθηκαν να έχουν βουλγαρικές σημαίες.

Οι ονομασίες πόλεων, κωμοπόλεων και χωριών αντικαταστάθηκαν με τις παλιές τουρκικές και στις εισόδους τους τοποθετήθηκαν σχετικές πινακίδες στα Βουλγαρικά και τα Γερμανικά. Απαγορεύτηκε η αλληλογραφία στα Ελληνικά!

Οι επιτρεπόμενες γλώσσες ήταν: βουλγαρικά, αγγλικά, γαλλικά και τουρκικά! Οι επιστολές έπρεπε να ταχυδρομούνται με ανοιχτό φάκελο. Εγκαταστάθηκαν βουλγαρικές δημοτικές και κοινοτικές Αρχές, επικουρούμενες από μέλη της Οχράνα, που έλεγχαν τα πάντα.

Μεγάλο θύμα των Βουλγάρων ήταν και η Ελληνική Εκκλησία. Απελάθηκαν οι εξής Αρχιερείς: Μητροπολίτες: Σερρών Κωνσταντίνος, Σιδηροκάστρου Βασίλειος, Ζιχνών Αλέξανδρος, Μαρωνείας και Θάσου, Βασίλειος.

Μάλιστα, οι Μητροπολίτες Σιδηροκάστρου και Μαρωνείας, όχι απλά εκδιώχθηκαν, αλλά κακοποιήθηκαν και ληστεύθηκαν από τους Βούλγαρους αστυνομικούς που τους συνόδευαν. Απελάθηκαν επίσης: ο αναπληρών τον Μητροπολίτη Δράμας, αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Γιαμαλάκης, ο αναπληρών τον Μητροπολίτη Καβάλας αρχιμανδρίτης Κωνστάντιος Χρόνης και ο αναπληρών τον Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Επίσκοπος Πατάρων Λυκίας, Μελέτιος.

Ο Μελέτιος είχε καταδικαστεί σε θάνατο από τους Τούρκους μετά τη μικρασιατική καταστροφή και στάλθηκε στα βάθη της Ανατολίας. Κατάφερε όμως να γλιτώσει και ήρθε στην Ελλάδα το 1924. Συνεχίζοντας όσα έγιναν στην Ελληνική Εκκλησία από τους Βουλγάρους αξίζει να αναφερθούν τα εξής: απαγορεύτηκε η Θεία Λειτουργία στα Ελληνικά. Καταργήθηκαν οι ελληνικές Μητροπόλεις. Βούλγαροι ιερείς συμμετείχαν στη Θεία Λειτουργία των ναών.

Έγινε υποχρεωτική η μνημόνευση των ονομάτων των Βουλγάρων Μητροπολιτών Φιλιππουπόλεως και Άνω Νευροκοπίου. Για το θέμα αυτό διαμαρτυρήθηκαν στον Γερμανό πληρεξούσιο Άντενμπουργκ, ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος και ο διάδοχός του Δαμασκηνός. Μονές και εκκλησίες λεηλατήθηκαν.

Μόνο ο Μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως Κύριλλος, η μητέρα του οποίου ήταν Ελληνίδα απαγόρευσε στους Βουλγάρους ανάλογες συμπεριφορές και τήρησε ήπια στάση απέναντι στους Έλληνες. Ως το τέλος της βουλγαρικής κατοχής, 44 Έλληνες ιερείς εκτελέστηκαν, 253 βασανίστηκαν και εκδιώχθηκαν, σε σύνολο 584 ιερέων. Οι μονές και οι ναοί που καταστράφηκαν ολοκληρωτικά ήταν 482!

Στο θέμα της Παιδείας, τα σχολεία δεν λειτουργούσαν από τις 28 Οκτωβρίου 1940. Όσοι Έλληνες εκπαιδευτικοί είχαν μείνει σε Ανατολική Μακεδονία και Θράκη εκτοπίστηκαν. 69 ελληνικά σχολεία καταστράφηκαν και 548 λεηλατήθηκαν στα χρόνια της Κατοχής.

Ιδρύθηκαν σχολεία, στα οποία η διδασκαλία γινόταν στη βουλγαρική γλώσσα, ενώ π.χ. στην Ιστορία, τα παιδιά μάθαιναν ότι ο Μέγας Αλέξανδρος και οι άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος ήταν Βούλγαροι (!)

Το βουλγαρικό κράτος ανέλαβε τη δωρεάν φοίτηση των αριστούχων μαθητών σε βουλγαρικά πανεπιστήμια, αρκεί οι γονείς τους να ήταν «εγνωσμένης εθνικής (βουλγαρικής δηλαδή) συνειδήσεως». Μόνο για ένα χρόνο κάποια Ελληνόπουλα φοίτησαν σε αυτά. Όταν όμως κατάλαβαν ότι οι Βούλγαροι στόχευαν στην εξαγορά των συνειδήσεών τους διέκοψαν τις σπουδές τους.

Αποτέλεσμα των πρακτικών των Βουλγάρων ήταν για σχεδόν τρία χρόνια τα παιδιά να μένουν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, χωρίς εκπαίδευση.Εποικισμός και «ντουρντουβάκια». Από το 1942 άρχισαν οι προσπάθειες αλλοίωσης της πληθυσμιακής σύνθεσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Τα 3/4 των κατοίκων της Αλεξανδρούπολης είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους. Εκεί εγκαταστάθηκαν περίπου 6.000 έποικοι.

1.500 εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Ξάνθης και άλλοι 3.500 στον υπόλοιπο νομό. 7.000 εγκαταστάθηκαν στην Κομοτηνή. Οι έποικοι με τα αγαθά τους μεταφέρονταν δωρεάν. Για τα κτίρια όπου θα έμεναν και απαραίτητα υλικά πλήρωναν το 35% της αξίας τους σε ετήσιες άτοκες δόσεις.

Τον Φεβρουάριο του 1942, επί συνόλου 590.000 κατοίκων, 400.000 ήταν Έλληνες, 80.000 Βούλγαροι, 70.000 Μουσουλμάνοι και 40.000 Αρμένιοι και Εβραίοι. Συνολικά, πάνω από 100.000 Έλληνες εγκατέλειψαν την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη στα χρόνια της βουλγαρικής κατοχής.

Οι Βούλγαροι ήθελαν να μεταφέρουν άλλες 250.000 εποίκους. Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1944 οι Βούλγαροι έποικοι δεν ξεπερνούσαν τους 100.000. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν πάμπτωχοι ή περιπλανώμενοι τσιγγάνοι ή τυχοδιώκτες, που εγκαταστάθηκαν σε σπίτια Ελλήνων, που είχαν εκπατριστεί. Στα χωριά, κάθε οικογένεια, εκτός από σπίτια οι έποικοι έπαιρναν και 65-70 στρέμματα εύφορης γης.

Έτσι, στην πράξη, οι Έλληνες έμειναν με 6-10 στρέμματα χέρσας γης. Μια άλλη πρακτική, που προκάλεσε πολλούς θανάτους νέων Ελλήνων ήταν η στρατολόγηση από τον Απρίλιο του 1942 σε Τάγματα Εργασίας (ντουρντουβάκια) όσων είχαν γεννηθεί το 1920 και το 1921. Στάλθηκαν στο εσωτερικό της Βουλγαρίας κοντά στο Σιδηρόκαστρο ή σε περιοχές του Κουμάνοβου της Γιουγκοσλαβίας, που επίσης είχαν παραχωρηθεί από τους Γερμανούς στη Βουλγαρία, για επισκευές σιδηροδρομικών γραμμών.

Ήταν υποχρεωμένοι να σπάνε ή να μεταφέρουν έναν ορισμένο όγκο από πέτρες καθημερινά. Σιτίζονταν με 400 γραμμάρια ψωμί καλαμποκίσιο, βρασμένα φασόλια και πιπεριές, καθημερινά. Η πρακτική αυτή ήταν γνωστή στους Έλληνες της Αν. Μακεδονίας και της Θράκης, από το 1916-18. Τότε απήχθησαν και οδηγήθηκαν στη Βουλγαρία 70.000 Έλληνες. Από αυτούς, μόνο το 1/5 επέστρεψε, με βαριά κλονισμένη την υγεία τους.

Όσοι Έλληνες είχαν ανώτερη μόρφωση εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή απελάθηκαν, για να μην μπορούν να επηρεάσουν τον απλό λαό. Όλοι οι παραπάνω υποχρεώνονταν να υπογράψουν ότι φεύγουν με δική τους πρωτοβουλία και αφήνουν όλη την περιουσία τους στο βουλγαρικό Δημόσιο.

Τέλος, γινόταν πολιτική επιστράτευση ανδρών ως 60 ετών για υποχρεωτική αμισθί εργασία σε δημόσια έργα, εντός της κατεχόμενης ζώνης.

Η πείνα έπληξε και τις κατεχόμενες από τους Βουλγάρους περιοχές. Μετά την κατάληψη της χώρας μας όλη η παραγωγή δεσμεύτηκε για τους κατακτητές. Μόνο από το 1942 ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός εφοδίαζε τη χώρα μας με περιορισμένες ποσότητες τροφίμων.

Αυτό όμως δεν επιτρεπόταν στις βουλγαροκρατούμενες περιοχές. Στους κατοίκους τους δινόταν 150 γραμμάρια ψωμί καλαμποκίσιο καθημερινά. Όσοι μιλούσαν Ελληνικά τιμωρούνταν με πρόστιμο.

Η κυκλοφορία μετά τις 8 μ.μ. απαγορευόταν. Όσοι είχαν στα σπίτια τους ελληνικές σημαίες, έκρυβαν τρόφιμα ή υπέθαλπαν αντάρτες συλλαμβάνονταν και βασανίζονταν. Πολλές Ελληνίδες έπεσαν θύματα βιασμών.Η βουλγαρική Αστυνομία με το πρόσχημα των ερευνών για κρυμμένο οπλισμό έκανε συχνές εφόδους στα σπίτια. Ζητούσαν εκ νέου την πληρωμή φόρων, έστω κι αν είχαν εισπραχθεί.

Πολλοί, καθώς δεν είχαν χρήματα έδιναν τα ζώα τους, τα οποία κατέληγαν σε Βούλγαρους, κρεοπώλες. Χωριά πυρπολούνταν, ενώ σπίτια στα αστικά κέντρα γκρεμίζονταν αυθαίρετα, με το πρόσχημα της κατασκευής δρόμων.

Τέλος, ολέθριος για τους Έλληνες ήταν ο νόμος, σύμφωνα με τον οποίο όσοι βρίσκονταν στις κατεχόμενες από τους Βούλγαρους περιοχές γίνονταν Βούλγαροι πολίτες.

Ο Τσίπρας αναγνώρισε " Βόρεια Μακεδονία" και τώρα την πανε για διάλυση

Διαφορετικά έπρεπε να αποχωρήσουν από το βουλγαρικό Βασίλειο ως την 1/4/1943. Με διάταγμα στα τέλη του 1942 κλήθηκαν οι κάτοικοι της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης να επιλέξουν υπηκοότητα. Όσοι επέλεγαν τη βουλγαρική ή δεν υπέβαλαν δήλωση, θα παρέμεναν στο εξής Βούλγαροι πολίτες. Οι υπόλοιποι έπρεπε να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός, με έντονο διάβημα στον Γερμανό πληρεξούσιο Άλτενμπουργκ τον κάλεσε να μεσολαβήσουν οι Γερμανοί για να μην εφαρμοστεί ο νόμος. Τελικά, ο νόμος, χάρη στο διάβημα Δαμασκηνού ανεστάλη επ' αόριστου.

Η εξέγερση της Δράμας και η αντίσταση κατά των Βουλγάρων

Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1941 σημειώθηκε στη Δράμα η πρώτη εξέγερση εναντίον κατοχικών δυνάμεων στην Ευρώπη. Από τις αρχές της βουλγαρικής κατοχής υπήρχε στη Δράμα κινητοποίηση από μέλη του Μακεδονικού Γραφείου (ΜΓ) του ΚΚΕ στην πόλη.

Ολόκληρο το καλοκαίρι του 1941 συγκεντρώνονταν αντάρτικες ομάδες στους ορεινούς όγκους της Ανατολικής Μακεδονίας. Στα τέλη Σεπτεμβρίου, οι αντάρτες έφταναν τους 200. Επικεφαλής τους ήταν ο Παντελής Χαμαλίδης, Γραμματέας της Περιφερειακής Επιτροπής του ΚΚΕ στη Δράμα, γνωστός, ως «καπετάν Αλέκος» ή «Αρμένης».

Στις 28/9/1941, λειτουργώντας επιπόλαια και χωρίς την έγκριση της ΚΕ του ΚΚΕ ο Χαμαλίδης και αντάρτες από το Δοξάτο μπήκαν στην κωμόπολη και σκότωσαν μερικούς Βούλγαρους χωροφύλακες. Σε 25 οικισμούς, άλλοι αντάρτες πυρπόλησαν αστυνομικά τμήματα και σκότωσαν Βούλγαρους τοπικούς άρχοντες και Έλληνες συνεργάτες τους.

Στη Δράμα κατέστρεψαν το ένα από τα δύο εργοστάσια ηλεκτροφωτισμού της πόλης. Στην ύπαιθρο, οι βουλγαρικές Αρχές καταλύθηκαν, όμως σε κωμοπόλεις και πόλεις, λόγω έλλειψης συντονισμού οι αντάρτες απέτυχαν και κατέφυγαν στα βουνά.

Ομάδα σαμποτέρ υπό τον Β. Γερμενίδη επιχείρησε να ανατινάξει τη σιδηροδρομική γέφυρα Νικηφόρου, δεν τα κατάφερε όμως, λόγω της σθεναρής αντίστασης των ανδρών του βουλγαρικού φυλακίου της γέφυρας.

Μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό, οι Βούλγαροι, σε συνεργασία με τους Γερμανούς αποκατέστησαν την «τάξη» και άρχισαν τα αντίποινα.

Το Δοξάτο ήταν ο πρώτος τόπος θυσίας, στην κατοχή. 397 κάτοικοί του εκτελέστηκαν. Βαρύ τίμημα πλήρωσαν η Δράμα και γειτονικοί οικισμοί (Κύργια, Προσοτσάνη, Χωριστή κλπ). Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων ήταν 2.500 - 3.000.

Κάποιοι ανεβάζουν τους νεκρούς στους 5.000. Οι Βούλγαροι είχαν περίπου 180 νεκρούς και 200 τραυματίες. Μετά από αυτό το γεγονός 10.000 Έλληνες εγκατέλειψαν τις εστίες τους και κατέφυγαν στην «Ουδέτερη Ζώνη» του Έβρου ή δυτικά του Στρυμόνα, προτιμώντας τη γερμανική κατοχή από τη βουλγαρική...

Αντιστασιακοί πυρήνες της περιοχής δρούσαν στο Παγγαίο από το 1941 με Πόντιους οπλαρχηγούς, που αργότερα συγκρότησαν την οργάνωση «Εθνικαί Ανταρτικαί Ομάδαι» (ΕΑΟ) με επικεφαλής τον Αντώνη Φωστηρίδη (Αντών Τσαούς). Ο ΕΛΑΣ συγκροτήθηκε στην περιοχή, τον Σεπτέμβριο του 1943.

Στη διάρκεια του 1944, οι δύο οργανώσεις ήρθαν σε ανοιχτή σύγκρουση. Πιο σημαντική αντιστασιακή ενέργεια ήταν η σύγκρουση ανδρών του ΕΑΟ με Βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής στη γέφυρα των Παπάδων (7-10 Μαΐου 1944).

Η επέκταση της βουλγαρικής κατοχής και το τέλος της

Το καλοκαίρι του 1943 οι Γερμανοί επέτρεψαν στους Βουλγάρους να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στη Χαλκιδική και τμήμα του νομού Θεσσαλονίκης (όμως μέχρι 20 χιλιόμετρα έξω από την πόλη). Αυτό προκάλεσε την έντονη αντίδραση, όχι μόνο στη Μακεδονία, αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα.

Στις 22 Ιουλίου 1943 προκηρύχθηκε γενική απεργία στην Αθήνα και έλαβε χώρα μεγάλη διαδήλωση, στην οποία συμμετείχαν 100.000 άτομα. «Έξω οι Βούλγαροι από την ελληνική Μακεδονία και Θράκη.Όχι επέκταση», ήταν τα βασικά συνθήματα. Ακολούθησαν συγκρούσεις με Γερμανούς και Ιταλούς. Τουλάχιστον 15 άτομα σκοτώθηκαν, ενώ δεκάδες, ίσως και πάνω από 100 τραυματίστηκαν.

Η Βουλγαρία συνέχιζε να διατηρεί στρατεύματα κατοχής σε Μακεδονία και Θράκη. Παρά την αλλαγή ηγεσίας και την κήρυξη πολέμου εναντίον των Γερμανών (!), οι Βούλγαροι είχαν την κρυφή ελπίδα ότι θα διατηρούσαν τα εδάφη αυτά, ως εκπλήρωση εθνικών δικαίων!

Τελικά μετά από συνεχή αιτήματα της ελληνικής κυβέρνησης, που υποστηρίχθηκαν από Η.Π.Α. και Μ. Βρετανία, η ΕΣΣΔ πίεσε τη νέα αριστερή κυβέρνηση της Βουλγαρίας που ξεκίνησε να αποσύρει, τα στρατεύματα της χώρας από την Ελλάδα στις 16 Οκτωβρίου 1944.

Στις 25-26 Οκτωβρίου 1944 η αποχώρηση είχε ολοκληρωθεί, καθώς οι Σύμμαχοι είχαν δώσει 15 μέρες προθεσμία στη Σόφια να αποσύρει τα στρατεύματά της από την Ελλάδα. Ως τη διάσκεψη των Παρισίων, η Βουλγαρία επέμεινε ότι δεν πρέπει να της επιβληθούν κυρώσεις και ζητούσε την παραχώρηση της ελληνικής Θράκης!

ΕΣΣΔ, Γιουγκοσλαβία, Τσεχοσλοβακία και Πολωνία υποστήριξαν το αίτημα αυτό, το οποίο όμως απορρίφθηκε, όπως και το ελληνικό αίτημα για διαρρύθμιση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων υπέρ της χώρας μας...

Tags
Back to top button