Σημαντική απόσταση από τα προ κρίσης επίπεδα διατηρούν οι πραγματικές αποδοχές σε κρίσιμους τομείς της ελληνικής οικονομίας, σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ. Παρά την καταγραφή οριακών αυξήσεων την τελευταία περίοδο, η αγοραστική δύναμη των μισθωτών σε πολλούς κλάδους παραμένει υποδεέστερη εκείνης που καταγράφηκε το 2009.
Οι επιδόσεις ανά κλάδο
Τα στοιχεία του ΙΝΕ ΓΣΕΕ φωτίζουν τις βαθιές ανισότητες που παραμένουν στην παραγωγική βάση της χώρας:
Μεταποίηση: Στους κλάδους υψηλής τεχνολογίας, το πραγματικό ωρομίσθιο το 2024 υπολειπόταν κατά 2,1% σε σχέση με το 2009 (11,4 ευρώ έναντι 11,6 ευρώ). Στους κλάδους χαμηλής τεχνολογίας, η υστέρηση είναι δραματικότερη, αγγίζοντας το 25,1%.
Υπηρεσίες Έντασης Γνώσης: Παρά την κρισιμότητά τους για την οικονομία, οι αμοιβές έχουν υποχωρήσει σημαντικά. Το πραγματικό ωρομίσθιο το 2024 υπολείπεται κατά 42,4% σε σύγκριση με το 2009.
Εκπαίδευση και Δημόσια Υγεία: Οι τομείς αυτοί, που απασχολούν μεγάλο ποσοστό των γυναικών μισθωτών, εμφανίζουν σημαντική κάμψη. Στην Εκπαίδευση, το ωρομίσθιο διαμορφώθηκε στα 10,8 ευρώ το 2024, από 17,2 ευρώ το 2009. Αντίστοιχα, στον τομέα της Υγείας, η αμοιβή μειώθηκε στα 8 ευρώ από 12,5 ευρώ το 2009.
Η κατάσταση στο Εμπόριο και τις Υπηρεσίες
Στον ευρύ κλάδο του λιανικού εμπορίου, των καταλυμάτων και της εστίασης, όπου συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος της απασχόλησης των νέων, η κατάσταση παραμένει ιδιαίτερα πιεστική. Αν και το ονομαστικό ωρομίσθιο παρουσίασε αύξηση στη μεταμνημονιακή περίοδο, η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τα προ κρίσης επίπεδα.
Η διεθνής σύγκριση
Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι, ενώ το ωρομίσθιο σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS) παρουσιάζει στασιμότητα στην Ελλάδα, τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ε.Ε. έχουν επιτύχει σημαντικές αυξήσεις τα τελευταία 15 χρόνια.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του κλάδου εμπορίου και εστίασης: το 2009, ο μέσος μισθός στην Ελλάδα σε όρους αγοραστικής δύναμης υπερτερούσε των αντίστοιχων στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Σήμερα, η αναλογία αυτή έχει αντιστραφεί, με τις ελληνικές αμοιβές να αντιστοιχούν μόλις στο 64,1% της μέσης τιμής των βαλκανικών χωρών και στο 49,9% των οικονομιών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, γεγονός που υπογραμμίζει την υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού μισθού σε επίπεδο αγοραστικής δύναμης.