Η αναδιοργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων υπόσχεται λιγότερες δαπάνες και περισσότερη ισχύ. Εκείνο που μένει να αποδειχθεί είναι αν η οικονομία θα προκύψει από τον περιορισμό πραγματικών σπαταλών ή αν μέρος του κόστους θα μεταφερθεί στις μονάδες και στο προσωπικό.
Εκατό εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο...τόσα υπολογίζει ότι θα εξοικονομήσει το υπουργείο Εθνικής Άμυνας από τη νέα αναδιοργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο Νίκος Δένδιας παρουσίασε την τρίτη φάση της νέας Δομής Δυνάμεων, προαναγγέλλοντας συγχωνεύσεις 56 μονάδων και 126 δομών, αξιοποίηση μη επανδρωμένων συστημάτων και νέες δυνατότητες δορυφορικής επιτήρησης.
Στην κυβερνητική παρουσίαση, οι αλλαγές συνδέονται με τον εκσυγχρονισμό, την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και τη μείωση της γραφειοκρατίας. Πρόκειται για στόχους που δύσκολα μπορεί κανείς να αμφισβητήσει ως αναγκαιότητα. Η πολιτική αξιολόγηση τους, όμως, δεν τελειώνει εκεί όπου αρχίζουν οι εξαγγελίες.
Διότι η άμυνα μιας χώρας δεν αποτιμάται μόνο με όρους λογιστικής εξοικονόμησης. Αποτιμάται κυρίως από την ικανότητα της να ανταποκρίνεται όταν απαιτηθεί. Και αυτή η ικανότητα εξαρτάται από ανθρώπους, υποδομές, επαρκή στελέχωση και συστήματα που λειτουργούν στην πράξη, όχι απλώς από έναν μικρότερο αριθμό οργανωτικών μονάδων.
Πόσα εξοικονομούνται και από πού αφαιρούνται;
Σύμφωνα με την παρουσίαση του υπουργού, οι 56 στρατιωτικές μονάδες και οι 126 δομές εντάσσονται σε ένα νέο σχέδιο συγχωνεύσεων. Ο συνολικός αριθμός των 182 δεν αντιστοιχεί σε ισάριθμα στρατόπεδα που κλείνουν, καθώς αφορά διαφορετικές οργανωτικές κατηγορίες.
Θέλουν να κάνουν την Κρήτη Θεούτα Τούρκοι και Λίβυοι
Το υπουργείο υποστηρίζει ότι ο περιορισμός των επικαλύψεων και η αντικατάσταση παλαιότερων συστημάτων θα μειώσουν σημαντικά τις λειτουργικές δαπάνες. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα παρουσιάζεται το ετήσιο κόστος λειτουργίας μιας νέας φρεγάτας FDI, το οποίο υπολογίζεται στα δύο εκατομμύρια ευρώ, έναντι 7,3 εκατομμυρίων για φρεγάτα τύπου S.
Η διαφορά είναι αξιοσημείωτη. Δεν αρκεί, ωστόσο, μια σύγκριση δύο τύπων πλοίων για να εξακριβωθεί το συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα ολόκληρης της μεταρρύθμισης. Χρειάζεται να γνωρίζουμε ποιες δαπάνες περιλαμβάνονται στον υπολογισμό, ποιες εξαιρούνται και σε ποιο χρονοδιάγραμμα θα προκύψουν οι εξοικονομήσεις.
Υπάρχει επίσης το κόστος της ίδιας της μετάβασης. Η μεταφορά προσωπικού, η αναδιαμόρφωση εγκαταστάσεων, η εκπαίδευση σε νέες ειδικότητες και η υποστήριξη των τεχνολογικών συστημάτων απαιτούν πόρους. Το ερώτημα είναι αν αυτές οι ανάγκες έχουν ήδη συνυπολογιστεί στα προβλεπόμενα 100 εκατομμύρια.
Χωρίς αναλυτική οικονομική αποτύπωση, το ποσό παραμένει ένας κυβερνητικός στόχος που απαιτεί επαλήθευση.
Ο Έβρος, η υποστελέχωση και το πραγματικό στοίχημα
Η αναδιάρθρωση δεν προκύπτει σε κενό. Ο ίδιος ο υπουργός έχει αναφερθεί σε σοβαρές ανισορροπίες στη στελέχωση των μονάδων, φέρνοντας ως παράδειγμα σχηματισμούς στον Έβρο με πληρότητα κάτω του 30%, σε αντίθεση με άλλες μονάδες που εμφανίζουν υπερβάλλουσα στελέχωση.
Το πρόβλημα είναι πραγματικό ως αντικείμενο κυβερνητικής παραδοχής και απαιτεί αντιμετώπιση. Όμως η συγχώνευση δύο υποστελεχωμένων μονάδων δεν απαντά από μόνη της σε όλα τα επιχειρησιακά ερωτήματα.
Πρέπει να εξεταστεί πού θα μεταφερθούν τα στελέχη, ποιες αποστολές θα αναλάβουν οι νέοι σχηματισμοί, πώς θα καλυφθούν οι ανάγκες υποστήριξης και αν η γεωγραφική αναδιάταξη επηρεάζει τον χρόνο αντίδρασης σε κρίσιμες περιοχές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η σημερινή διάταξη είναι κατ' ανάγκην αποτελεσματικότερη. Μια μονάδα που λειτουργεί με ελάχιστο προσωπικό μπορεί να είναι περισσότερο ευάλωτη από έναν επαρκώς στελεχωμένο σχηματισμό. Η κυβέρνηση, ωστόσο, οφείλει να αποδείξει με επιχειρησιακά κριτήρια ότι η νέα διάρθρωση αντιμετωπίζει την υποστελέχωση αντί να τη μεταφέρει σε διαφορετικές εγκαταστάσεις.
Στην περίπτωση της ελληνικής άμυνας, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω των απαιτήσεων επιτήρησης και προστασίας των συνόρων. Η ορθότητα των επιλογών δεν μπορεί να κριθεί μόνο από τον αριθμό των δομών που καταργούνται ή συγχωνεύονται.
Λιγότεροι άνθρωποι στα οπλικά συστήματα – Περισσότεροι διαθέσιμοι για ποια αποστολή;
Ο Δένδιας παρουσίασε τη μειωμένη ανάγκη στελέχωσης των σύγχρονων οπλικών συστημάτων ως σημαντικό πλεονέκτημα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν, μία φρεγάτα FDI απαιτεί πλήρωμα 125 ατόμων έναντι 200 μιας φρεγάτας τύπου S. Αντίστοιχα, το νέο πυραυλικό σύστημα PULS παρουσιάζεται με απαιτήσεις δύο χειριστών έναντι έξι για το παλαιότερο M109, ενώ στο σύστημα SPIKE προβλέπονται δύο αντί τεσσάρων.
Η τεχνολογική εξέλιξη πράγματι επιτρέπει σε αρκετές περιπτώσεις μικρότερα πληρώματα. Αυτό μπορεί να απελευθερώσει ανθρώπινο δυναμικό για άλλες αποστολές και να περιορίσει την επιβάρυνση ορισμένων ειδικοτήτων.
Δεν συνεπάγεται, όμως, ότι οι ανάγκες προσωπικού εξαφανίζονται. Η συντήρηση, η τεχνική υποστήριξη, η κυβερνοασφάλεια, η εκπαίδευση και η διαχείριση των νέων συστημάτων δημιουργούν διαφορετικές απαιτήσεις εξειδίκευσης.
Εδώ χρειάζεται ένα συγκεκριμένο σχέδιο για τους στρατιωτικούς που θα επηρεαστούν από τις αλλαγές: ποιες νέες ειδικότητες δημιουργούνται, πόσοι θα χρειαστεί να μετακινηθούν και πώς θα αντιμετωπιστούν οι οικογενειακές και οικονομικές συνέπειες ενδεχόμενων μεταθέσεων.
Ο εκσυγχρονισμός δεν εξαντλείται στην αντικατάσταση του παλαιού εξοπλισμού. Προϋποθέτει προσωπικό που γνωρίζει να τον αξιοποιεί, επαρκεί αριθμητικά και διαθέτει τις αναγκαίες συνθήκες για να υπηρετεί αποτελεσματικά.
Οι 200 ημέρες στη θάλασσα και η υπόσχεση επιστροφής των χρημάτων
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ανακοίνωση για τα στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού. Ο υπουργός παρουσίασε όριο 200 ημερών θαλάσσιας υπηρεσίας, προβλέποντας διπλάσια αποζημίωση για τις επιπλέον ημέρες όταν οι επιχειρησιακές ανάγκες επιβάλλουν μεγαλύτερη παραμονή.
Η εξαγγελία αναγνωρίζει ουσιαστικά ότι η παρατεταμένη απουσία των πληρωμάτων αποτελεί ζήτημα που χρειάζεται ειδική αντιμετώπιση.
Υπάρχει, όμως, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στον περιορισμό της επιβάρυνσης και στην οικονομική αποζημίωσή της. Αν οι υπηρεσιακές ανάγκες εξακολουθήσουν να οδηγούν συστηματικά σε υπέρβαση των 200 ημερών, το μέτρο θα βελτιώνει το οικονομικό αντάλλαγμα χωρίς απαραίτητα να μειώνει την απουσία από την οικογένεια.
Γι' αυτό η εφαρμογή του χρειάζεται να αξιολογηθεί όχι μόνο ως προς τα χρήματα, αλλά και ως προς τον πραγματικό χρόνο υπηρεσίας των πληρωμάτων.
Ο Δένδιας δηλώνει ότι οι πόροι που θα εξοικονομηθούν θα επιστρέψουν στο προσωπικό. Είναι μια πολιτική δέσμευση που μπορεί να ελεγχθεί. Το υπουργείο θα πρέπει να παρουσιάσει ποιες ακριβώς παροχές θα χρηματοδοτηθούν, πότε θα τεθούν σε ισχύ και ποιο μέρος της εξοικονόμησης θα διατεθεί γι' αυτές.
Η άμυνα δεν είναι ισολογισμός
Η τρίτη φάση της νέας Δομής Δυνάμεων περιλαμβάνει παρεμβάσεις που ανταποκρίνονται στις τεχνολογικές μεταβολές του σύγχρονου πολέμου. Η ενσωμάτωση drones, η ανάπτυξη δορυφορικών δυνατοτήτων και η αναδιοργάνωση της διοίκησης αποτελούν πεδία στα οποία οι Ένοπλες Δυνάμεις καλούνται να προσαρμοστούν.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να αλλάξει ένας οργανισμός με μεγάλες λειτουργικές απαιτήσεις. Είναι αν οι συγκεκριμένες αλλαγές έχουν επαρκή τεκμηρίωση, σαφή προϋπολογισμό και προβλέψεις για όσους καλούνται να τις υλοποιήσουν.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει την εξοικονόμηση των 100 εκατομμυρίων ως αποτέλεσμα καλύτερης οργάνωσης. Για να αποκτήσει όμως αυτός ο ισχυρισμός ουσιαστικό περιεχόμενο, χρειάζεται να δημοσιοποιηθούν συγκρίσιμα στοιχεία για τις δαπάνες, τη στελέχωση και την αποτελεσματικότητα των νέων δομών, στον βαθμό που το επιτρέπουν οι απαιτήσεις στρατιωτικής ασφάλειας.
Διότι μια μεταρρύθμιση μπορεί να περιορίζει τη σπατάλη και να ενισχύει πραγματικά την άμυνα. Μπορεί όμως και να εμφανίζει βραχυπρόθεσμη οικονομία, μεταφέροντας κόστος και προβλήματα στα επόμενα χρόνια.
Η διαφορά δεν θα φανεί στον αριθμό των συγχωνεύσεων ούτε στα 100 εκατομμύρια μιας υπουργικής παρουσίασης. Θα φανεί στο αν οι μονάδες λειτουργούν καλύτερα, αν οι στρατιωτικοί υπηρετούν υπό βελτιωμένες συνθήκες και αν η χώρα διατηρεί την αμυντική ικανότητα που χρειάζεται.
Αυτό είναι το αποτέλεσμα για το οποίο οφείλει να λογοδοτήσει η πολιτική ηγεσία.