Ο πόλεμος που μαίνεται στη Μέση Ανατολή δεν είναι ένας. Είναι δύο. Από τη μία, οι αεροπορικές επιδρομές ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν. Από την άλλη, ο «πόλεμος της ενέργειας» που διεξάγει η Τεχεράνη εναντίον της παγκόσμιας οικονομίας.
Και όσο περνούν οι ημέρες, γίνεται όλο και πιο σαφές: η σύγκρουση έχει τεράστιο περιθώριο να κλιμακωθεί – αλλά ελάχιστες πιθανότητες να τερματιστεί σύντομα, σημειώνει ο Economist.
Δύο πόλεμοι που τρέχουν παράλληλα
Η στρατιωτική εικόνα δείχνει μια σύγκρουση με έντονη ασυμμετρία. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ κυριαρχούν στον αέρα, με χιλιάδες επιδρομές σε στρατιωτικές υποδομές, αποθήκες πυραύλων και drones, ακόμη και σε κορυφαία στελέχη του ιρανικού καθεστώτος.
Οι απώλειες για το Ιράν είναι βαριές, τόσο σε επίπεδο εξοπλισμού όσο και ανθρώπινου δυναμικού.Κι όμως, αυτό δεν μεταφράζεται σε στρατηγική νίκη, εξηγεί ο Economist. Διότι η Τεχεράνη παίζει σε ένα διαφορετικό πεδίο: την οικονομία.
Αντί να προσπαθεί να κερδίσει στρατιωτικά, επιχειρεί να αυξήσει το κόστος του πολέμου για τους αντιπάλους της, πλήττοντας την ενεργειακή ροή, τις θαλάσσιες μεταφορές και συνολικά την παγκόσμια αγορά.
Ο «αόρατος» αποκλεισμός του Ορμούζ
Τα Στενά του Ορμούζ δεν έχουν κλείσει τυπικά. Στην πράξη, όμως, λειτουργούν σαν να είναι αποκλεισμένα.
Η ιρανική στρατηγική δεν βασίζεται στην πλήρη στρατιωτική κυριαρχία στη θάλασσα, αλλά σε κάτι πιο απλό και αποτελεσματικό: την αβεβαιότητα. Με επιθέσεις drones και πυραύλων σε εμπορικά πλοία, δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι ναυτιλιακές εταιρείες δεν είναι διατεθειμένες να αναλάβουν ρίσκο.
Το αποτέλεσμα είναι μια de facto παράλυση του πιο κρίσιμου θαλάσσιου διαδρόμου στον κόσμο, με άμεσες επιπτώσεις στις τιμές ενέργειας και στις αλυσίδες εφοδιασμού.
Η Ουάσιγκτον χωρίς εύκολες λύσεις
Η απάντηση των ΗΠΑ δεν είναι καθόλου απλή. Σενάρια για ναυτικές συνοδείες εξετάζονται, αλλά η εφαρμογή τους είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Το ίδιο το γεωγραφικό ανάγλυφο του Ορμούζ – στενό πέρασμα, περικυκλωμένο από βουνά και εντός εμβέλειας ιρανικών πυραύλων – καθιστά οποιαδήποτε επιχείρηση εξαιρετικά επικίνδυνη. Ακόμη και ισχυρά πολεμικά πλοία θα είχαν ελάχιστο χρόνο αντίδρασης σε μια επίθεση.
Η ιδέα μιας χερσαίας επιχείρησης για τον έλεγχο των ακτών απορρίπτεται ως μη ρεαλιστική, λόγω της κλίμακας που θα απαιτούσε.
Το σχέδιο για το «νευραλγικό σημείο» του Ιράν
Μέσα σε αυτό το αδιέξοδο, επανέρχεται μια πιο επιθετική σκέψη: το πλήγμα ή ακόμη και η κατάληψη της νήσου Χαργκ από όπου φορτώνεται περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου.
Η Ουάσιγκτον έχει ήδη πλήξει στρατιωτικούς στόχους στο νησί, αποφεύγοντας προς το παρόν τις ενεργειακές εγκαταστάσεις. Όμως η μεταφορά αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή δείχνει ότι το σενάριο αυτό παραμένει στο τραπέζι.
Ένα τέτοιο βήμα θα μπορούσε, προειδοποιεί ο Economist, να αλλάξει δραστικά τις ισορροπίες, αλλά θα άνοιγε και τον δρόμο για ακόμη μεγαλύτερη κλιμάκωση, με άμεσο αντίκτυπο στις τιμές του πετρελαίου και τη διάρκεια του πολέμου.
Η ιρανική απάντηση: χτυπήματα στην «καρδιά» της ενέργειας
Την ίδια ώρα, το Ιράν αλλάζει τακτική. Δεν περιορίζεται πλέον σε επιθέσεις κατά πλοίων, αλλά στοχεύει απευθείας ενεργειακές υποδομές στον Κόλπο.
Επιθέσεις με drones σε σαουδαραβικά πεδία πετρελαίου, πλήγματα σε εγκαταστάσεις στα ΗΑΕ – όπως στο Φουτζέιρα – και στόχοι σε κρίσιμα κοιτάσματα φυσικού αερίου δείχνουν μια σαφή μετατόπιση: από τη διαταραχή της μεταφοράς, στη διαταραχή της ίδιας της παραγωγής.
Η στρατηγική αυτή αυξάνει εκθετικά τον κίνδυνο για την παγκόσμια οικονομία.
Ο κίνδυνος νέου μετώπου
Η πίεση μπορεί να μεταφερθεί και αλλού. Με αυξανόμενο αριθμό τάνκερ να κατευθύνεται προς την Ερυθρά Θάλασσα, ενισχύονται οι φόβοι για επανενεργοποίηση των επιθέσεων από τους Χούθι της Υεμένης.
Ακόμη και ένα μεμονωμένο χτύπημα θα μπορούσε να προκαλέσει σοκ στις αγορές, επαναφέροντας εικόνες από το 2024, όταν η ναυσιπλοΐα στην περιοχή είχε σχεδόν παραλύσει.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στην ενέργεια. Ολόκληρη η οικονομική δραστηριότητα στον Κόλπο αρχίζει να επιβραδύνεται.
Περίοδοι που παραδοσιακά χαρακτηρίζονται από έντονη επιχειρηματική και τουριστική δραστηριότητα μετατρέπονται σε μήνες αβεβαιότητας. Συνέδρια αναβάλλονται, ξενοδοχεία αδειάζουν και χιλιάδες ξένοι εργαζόμενοι εγκαταλείπουν προσωρινά την περιοχή.
Ακόμη και όταν οι επιθέσεις μειώνονται σε ένταση, η αβεβαιότητα αρκεί για να διαταράξει την οικονομική ζωή.
Χωρίς καθαρή στρατηγική εξόδου
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, όπως επισημαίνει ο Economist, είναι η απουσία ενός σαφούς τέλους. Οι στόχοι των εμπλεκόμενων πλευρών παραμένουν ασαφείς ή μεταβαλλόμενοι.
Οι ΗΠΑ δεν έχουν ξεκαθαρίσει αν επιδιώκουν την ανατροπή του καθεστώτος, μια συμφωνία ή απλώς την αποδυνάμωσή του. Το Ισραήλ βλέπει μια ευκαιρία να πλήξει στρατηγικά τον βασικό του αντίπαλο.
Οι χώρες του Κόλπου, αν και δεν συμμετέχουν άμεσα, δεν πιέζουν για τερματισμό, καθώς δεν θέλουν να βρεθούν ξανά υπό την απειλή ενός ενισχυμένου Ιράν.
ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν φαίνεται να ωθούν προς μια κοινή και άκρως επικίνδυνη κατεύθυνση: τη συνέχιση της σύγκρουσης μέχρι κάποιος να «σπάσει».