Ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό δημογραφικό και συνταξιοδοτικό τοπίο περιγράφουν οι νέες μακροπρόθεσμες προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 4 Νοεμβρίου, το κανονικό όριο συνταξιοδότησης ενδέχεται να φτάσει τα 68 έτη το 2030 και να αυξηθεί περαιτέρω τις επόμενες δεκαετίες, την ώρα που ο πληθυσμός της χώρας προβλέπεται να συρρικνωθεί κατά περίπου 2,7 εκατομμύρια ανθρώπους έως το 2080.
Οι εκτιμήσεις περιλαμβάνονται στον πρώτο τόμο του Ageing Report 2027, που καταρτίστηκε από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών Υποθέσεων της Κομισιόν και την Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής.
Πρόκειται για προβολές που βασίζονται στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και όχι για αποφάσεις αύξησης των ορίων ηλικίας.
Από τα 67 στα 72 έτη – Τι προβλέπουν οι υπολογισμοί
Με βάση τον μηχανισμό σύνδεσης των ορίων συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, οι ευρωπαϊκές προβολές περιγράφουν σταδιακή άνοδο της ηλικίας αποχώρησης από την εργασία.
Το κανονικό όριο, που σήμερα διαμορφώνεται στα 67 έτη, προβλέπεται να φτάσει τα 68 το 2030, τα 70 το 2055 και τα 72 το 2080.
Αντίστοιχα, οι ηλικίες πρόωρης συνταξιοδότησης στο συγκεκριμένο σενάριο αυξάνονται από τα 62 έτη σήμερα στα 63 το 2030, στα 65 το 2055 και στα 67 το 2080.
Εφόσον επαληθευτεί η μακροπρόθεσμη προβολή, η Ελλάδα θα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές χώρες με τα υψηλότερα κανονικά όρια συνταξιοδότησης.
Ωστόσο, η εφαρμογή οποιασδήποτε μεταβολής θα εξαρτηθεί από τις προβλεπόμενες διαδικασίες επανεξέτασης και το νομοθετικό πλαίσιο που θα ισχύει κάθε φορά.
Γιατί δεν έχουν αυξηθεί μέχρι σήμερα τα όρια
Στην Ελλάδα προβλέπεται από τη νομοθεσία η περιοδική επανεξέταση των ορίων ηλικίας, λαμβάνοντας υπόψη τις μεταβολές του προσδόκιμου ζωής μετά τα 65 έτη.
Ο σχετικός μηχανισμός δεν έχει οδηγήσει μέχρι σήμερα σε νέα αύξηση.
Το 2021 η πανδημία είχε επηρεάσει αρνητικά το προσδόκιμο ζωής, ενώ το 2024 η μεταβολή του συγκεκριμένου δείκτη δεν κρίθηκε επαρκής για αναπροσαρμογή.
Έτσι, τα γενικά όρια παρέμειναν στα 67 έτη για πλήρη σύνταξη με τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης και στα 62 έτη για πλήρη σύνταξη με 40 έτη ασφάλισης. Η μειωμένη σύνταξη στα 62 ισχύει υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Η Ελλάδα χάνει έναν στους τέσσερις κατοίκους της
Πίσω από τις συνταξιοδοτικές προβολές βρίσκεται η συνεχιζόμενη δημογραφική συρρίκνωση.
Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της έκθεσης, ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώνεται από περίπου 10,4 εκατομμύρια το 2025 στα 9,2 εκατομμύρια το 2050 και στα 7,6 εκατομμύρια το 2080.
Η συνολική μείωση προσεγγίζει το 26%, γεγονός που μεταβάλλει σημαντικά την αναλογία εργαζομένων και συνταξιούχων.
Ταυτόχρονα, το ποσοστό των κατοίκων ηλικίας άνω των 65 ετών προβλέπεται να αυξηθεί από 23,9% το 2025 σε 34,6% το 2080.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η μεταβολή στους άνω των 80 ετών, οι οποίοι από το 7,2% του πληθυσμού εκτιμάται ότι θα φτάσουν το 14,9%.
Λιγότεροι εργαζόμενοι, μεγαλύτερη πίεση στο ασφαλιστικό
Η γήρανση του πληθυσμού συνοδεύεται από σημαντική συρρίκνωση της αγοράς εργασίας.
Ο αριθμός των απασχολουμένων ηλικίας 20 έως 64 ετών προβλέπεται να υποχωρήσει από 4,2 εκατομμύρια το 2025 σε περίπου 3,4 εκατομμύρια το 2050 και 2,9 εκατομμύρια το 2080.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέες προκλήσεις για τη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος, καθώς λιγότεροι εργαζόμενοι θα καλούνται να στηρίζουν έναν πληθυσμό με ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό ηλικιωμένων.
Παράλληλα, ο δείκτης γονιμότητας προβλέπεται να αυξηθεί μόνο από 1,20 σε 1,45 παιδιά ανά γυναίκα έως το 2080, παραμένοντας χαμηλότερα από το επίπεδο που απαιτείται για τη μακροπρόθεσμη αναπλήρωση των γενεών.
Τι σημαίνουν οι προβλέψεις για τους σημερινούς ασφαλισμένους
Η δημοσίευση της έκθεσης δεν μεταβάλλει αυτομάτως τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης για τους εργαζομένους στην Ελλάδα.
Οι ηλικίες των 68, 70 και 72 ετών αποτελούν αποτελέσματα μακροπρόθεσμων υπολογισμών και όχι ήδη εγκεκριμένα νέα όρια.
Η επόμενη σημαντική φάση θα είναι η δημοσίευση του δεύτερου μέρους του Ageing Report 2027, την άνοιξη του 2027, με τις αναλυτικές προβολές για τις δημοσιονομικές επιπτώσεις της γήρανσης.
Το βασικό ζήτημα που αναδεικνύουν τα σημερινά δεδομένα είναι η ανάγκη αντιμετώπισης της δημογραφικής συρρίκνωσης και ενίσχυσης της απασχόλησης, καθώς οι μελλοντικές ισορροπίες του ασφαλιστικού θα εξαρτηθούν από τον αριθμό των εργαζομένων, τη διάρκεια του εργασιακού βίου και τις συνθήκες της ελληνικής οικονομίας.